Εμβόλιο COVID 2025: Αναζητώντας αξιόπιστα δεδομένα

Γιατρέ, να κάνω το εμβόλιο του covid εφέτος;

Τα πρώτα χρόνια της πανδημίας η απάντηση ήταν εύκολη. Οι προοπτικές, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με placebo μελέτες είχαν δείξει εντυπωσιακή αποτελεσματικότητα  των εμβολίων που – κάτι πρωτοφανές στην ιστορία της εμβολιολογίας – αναπτύχθηκαν σε λιγότερο από 1 χρόνο από την ταυτοποίηση του ιού SARS-CoV-2.  Υπολογίζεται ότι οι μαζικοί εμβολιασμοί απέτρεψαν παγκοσμίως περισσότερους από 14 εκατομμύρια θανάτους, κυρίως ηλικιωμένων ατόμων, μόνο στο πρώτο έτος της εφαρμογής τους. 

Τώρα, 5 χρόνια αργότερα, το σκηνικό της COVID-19 έχει αλλάξει. Αφ’ ενός, το επίπεδο ανοσίας του πληθυσμού είναι υψηλό λόγω προηγηθείσας νόσησης ή/και εμβολιασμού και, αφ’ ετέρου, η επικρατούσα μετάλλαξη (Όμικρον) του ιού φαίνεται ότι προκαλεί ηπιότερη νόσο σε σύγκριση με τις προηγούμενες. Σε αυτό το πλαίσιο προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για επικαιροποιημένα δεδομένα σχετικά με το κλινικό όφελος του εμβολιασμού, λαμβάνονας υπόψη και τις, σπάνιες μεν, αλλά υπαρκτές παρενέργειές του. Όμως, μετά τις αρχικές, δεν έχουν υπάρξει άλλες προοπτικές κλινικές μελέτες και αναγκαστικά βασιζόμαστε σε περιορισμένης αξιοπιστίας δεδομένα από αναδρομικές μελέτες παρατήρησης.

Μια καλά σχεδιασμένη μελετη παρατήρησης της κλινικής αποτελεσματικότητας του εμβολιασμού για COVID την περίοδο 2024-25 δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο New England Journal of Medicine από ερευνητές του Υπουργείου Υποθέσεων Απομάχων των ΗΠΑ. Οι συγγραφείς μελέτησαν 164.132 ηλικιωμένους  που έλαβαν το εμβόλιο COVID ταυτόχρονα με το εμβόλιο της γρίπης, σε σύγκριση με 131.839 που έλαβαν μόνο το εμβόλιο της γρίπης. Οι δύο ομάδες ήταν επιδημιολογικά συγκρίσιμες (μέση ηλικία 72 έτη, 92% άνδρες) και η περίοδος παρακολούθησης μετά τον εμβολιασμό ήταν 6 μήνες. Οι εκβάσεις που μελετήθηκαν ήταν: επίσκεψη στα επείγοντα λόγω COVID, εισαγωγή σε νοσοκομείο λόγω COVID και θάνατος λόγω COVID. Η μελέτη διαφέρει από προηγούμενες μελέτες παρατήρησης ως προς τον νεωτερικό της σχεδιασμό: Η ύπαρξη ομάδας ελέγχου από άτομα που έλαβαν το εμβόλιο γρίπης μειώνει (χωρίς να μηδενίζει) την πιθανότητα οι διαφορετικές εκβάσεις να οφείλονται όχι στον εμβολιασμό αλλά σε σημαντικές διαφορές των ομάδων σχετικά με τη γενικότερη συμπεριφορά σε θέματα υγείας.

Τα αποτελέσματα της μελέτης συνοπτικά: Όσοι εμβολιάστηκαν για COVID είχαν 29% λιγότερες επισκέψεις στα επείγοντα, 39% λιγότερες εισαγωγές σε νοσοκομείο και 64% λιγότερους θανάτους λόγω COVID. Εντυπωσιακά ποσοστά, αλλά αυτός ο τρόπος παρουσίασης των αποτελεσμάτων, δηλαδή ως σχετική μείωση του κινδύνου, μπορεί να είναι παραπλανητικός. Αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο είναι η απόλυτη μείωση του κινδύνου, δηλαδή η διαφορά της πιθανότητας μιας δυσμενούς έκβασης στην ομάδα των εμβολιασμένων από την πιθανότητα της ίδιας έκβασης στην ομάδα ελέγχου. Έτσι, σύμφωνα με τα στοιχεία της συγκεκριμένης μελέτης, η πιθανότητα θανάτου λόγω COVID ήταν ήδη πολύ χαμηλή (0,0349%) στην ομάδα ελέγχου και μειωνόταν σε 0,0125% στην ομάδα των εμβολιασμένων, που ισοδυναμεί με απόλυτη μείωση κινδύνου 0,022%. Αυτό σημαίνει ότι για να αποτραπεί 1 θάνατος λόγω COVID έπρεπε να εμβολιαστούν 4.545 άτομα. Αντίστοιχα, έπρεπε να εμβολιαστούν 1338 άτομα για να προληφθεί μια εισαγωγή σε νοσοκομείο και 546 άτομα για να προληφθεί μια επίσκεψη σε τμήμα επειγόντων. Μπορεί λογικά να υποτεθεί ότι σε έναν πληθυσμό μικρότερης ηλικίας αυτοί οι αριθμοί θα ήταν ακόμα μεγαλύτεροι.

Ένα σημαντικό μειονέκτημα της μελέτης είναι ότι στα αποτελέσματα δεν περιλαμβάνονται συγκριτικά στοιχεία για τον αριθμό εισαγωγών ή θανάτων από κάθε αιτία. Θα ήταν κάποιος διστακτικός να συστήσει ένα εμβόλιο που μειώνει τις εισαγωγές και τους θανάτους λόγω COVID αλλά όχι τις συνολικές εισαγωγές και τους θανάτους ανεξαρτήτως αιτίας.  Επί πλέον, λόγω του σχεδιασμού της μελέτης δεν υπάρχουν στοιχεία για την επίπτωση και τη διάρκεια της νόσησης από COVID στις δύο ομάδες.

Η ανάγκη για υψηλής ποιότητας δεδομένα που θα προκύπτουν από σύγχρονες, καλά σχεδιασμένες προοπτικές μελέτες είναι προφανής. Μέχρι αυτά να υπάρξουν, η παραπάνω μελέτη, παρά τους περιορισμούς της προσφέρει χρήσιμα δεδομένα που μπορούν να αποτελέσουν τη βάση συζήτησης με τον ασθενή για τη λήψη απόφασης σχετικά με τον εμβολιασμό COVID.

Επανερχόμενοι στο αρχικό ερώτημα, τα τρέχοντα επιδημιολογικά δεδομένα της COVID-19 δεν μπορούν να υποστηρίξουν σύσταση για μαζικό εμβολιασμό του πληθυσμού όπως συνέβαινε τα πρώτα χρόνια της πανδημίας. Η σύσταση πρέπει να εξατομικεύεται και να στοχεύει τους πιο ηλικιωμένους, κυρίως αυτούς με σοβαρά υποκείμενα νοσήματα.